Λειβαδίτης, ο κυνηγημένος ποιητής μιας χαμένης επανάστασης





Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης έχοντας ήδη περάσει χρόνια στην εξορία, κατηγορείται για το έργο του "Φυσάει στα Σταυροδρόμια του Κόσμου", καθώς θεωρήθηκε "ανατρεπτικό κήρυγμα". Στις 10 Φλεβάτη 1955 ο ποιητής αθωώνεται λόγω αμφιβολιών. Επιλέξαμε να αναδημοσιεύουμε το συγκεκριμένο ποίημα, καθώς και μία εξαιρετική μελοποίησή του από τους Όναρ.



Φυσάσει στα σταυροδρόμια του κόσμου


Παγωνιά
φυσάει στους έρημους δρόμους της πολιτείας
ο άνεμος στροβιλίζει τη σκόνη
παρασέρνει τ' αποτσίγαρα τα σύννεφα τα χαρτιά
λίγοι μοναχικοί διαβάτες περνάνε βιαστικοί στους δρόμους
φυσάει
φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ' τις γέφυρες
φυσάει μες απ' τ' αχαμνά σκέλια των κατάδικων που σουλα-
          τσάρουν στα προαύλια των φυλακών
φυσάει στις ματωμένες κοιλιές των γυναικών που γεννάνε 
          έξω απ' τις κλειστές πόρτες των νοσοκομείων
φυσάει στις παράγκες στα παραπήγματα στα καπηλειά
φυσάει κάτω απ' τα παλιά ανάχτορα

Μνημόσυνο για τους πεσόντες

Εξέδρες
τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα
γάντια
ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω απ' τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός

Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ' το κρύο μελανιασμένες απ' τις
          καπνιές
χοντρά δυνατά σαγώνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω απ' τα  τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά

Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σου
αλληλούια
φυσάει

Ένας γέρος μισοκοιμάται 
ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ' ασβέστη
δεν υπάρχει διέξοδος
οι Σλάβοι μας απειλούν
ο πόλεμος
ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος
αλληλούια
φυσάει μες απ' τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε 
           τις πόρτες των πολιτειών
φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών που παίζουν στις γωνιές
           των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκκαλα των νεκρών
Μια γυναίκα σφίγγει τρομαγμένη το παιδί τηςεκείνο πονάει και μπήγει τις φωνέςσκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργόςένας αρτεργάτης φτύνεικαθάρματααλληλούιακι η φτυσιά του πηγμένη απ' τ' αλεύρι φουσκώνει σαν προζύμιγια ένα μεγάλο αυριανό ψωμίλάβετε φάγετεφυσάει
Εργάτες απ' τους υπονόμους απ' τα τσιμεντάδικα απ' το γκάζισκουπιδιαραίοι χτίστες εργάτες απ' τα σφαγείαγυναίκες απ' αυτές που πουλάνε χόρτα στην αγοράκορίτσια που ζεσταίνουνε τα χέρια τους κάτω απ' τις μασκάλεςκάτι πελώρια κόκκινα χέρια φαγωμένα απ' τα νερά
Το έθνος μας απειλείται...υπέρ βωμών και εστιών...μα πρέπει να συντομεύουμε εξοχώτατε μας περιμένουν για το τσάϊένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπηένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει κάτω απ' το ψιλό χιονόνεροένας γεράκος αλέθει ένα κάστανο με τα φαφουτιασμένα γού-
           λια του
μια πουτάνα κρεμασμένη στο μπράτσο ενός αμερικάνου ναύτηένα κορίτσι θυμάται τις παιδικές του προσευχές«και επί γης ειρήνη»φυσάει
Φυσάει στα κοκκαλιάρικα απλωμένα χέρια των ζητιάνων στα
           σκαλοπάτια των εκκλησιών
φυσάει στις ξεπαγιασμένες σιωπηλές ουρές έξω απ' τα λαίκά
           συσσίτια
φυσάει στα οργανοτροφεία στα μπορντέλα στα παιδικά άσυλαφυσάειφυσάει
- Να διαφυλάξωμεν την ασφάλειαν του έθνους- Θα διώξουν λένε κι άλλους εργάτες αύριο - τι θα γίνουμε- Σας πάει περίφημα η ερμίνα σας αγαπητή μου- Ελεήστε με χριστιανοί, δώστε μου μια δραχμίτσα χριστιανοί- Μακάριοι οι πεινώντες κι οι διψώντες- Κάνε πιο κει ντε το στόμα σου βρωμάει σαν απόπατος- Η ελευθερία της πατρίδος- Την πήγα στο νοσοκομείο μα θέλαν λεφτά...- Απαιτεί να εξοπλισθώμεν- Πέθανε- Φυτίλια για τους αναφτήρες... φυτίλια για τους αναφτήρεςφυσάειτι θα γίνουμεπάρτε αδέρφια έχουμε και φυτίλια για τους δυναμίτες
Φάτσες αυλακωμένες απ' το χρόνο και τη βλογιάφάτσες σημαδεμένες απ' την πείνα και τα εργατικά ατυχήματαφάτσες πρισμένες βρώμικες τριχωτέςφάτσες τραβηγμένες απ' τις τανάλιες ενός άγριου χαμόγελουφάτσες φαρδειές σαν στήθεια μητρικάφάτσες σκληρές σαν αμώνια
Μια γυναίκα βγάζει το στήθος της και θηλάζει ένα κίτρινο
           μωρό
ο άνεμος μπερδεύει τα σύννεφατα σύννεφα μπερδεύονται στις σημαίεςο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγούκλαίνε οι γυναίκες πλένοντας τα μαύρα ρούχα τουςοι άνθρωποι κλαίνε στα κατώφλια στις γωνιές των δρόμων
           στα χωράφια
κλαίνε στα χαρακώματα στα νοσοκομεία έξω απ' τα ταμεία
           ανεργίας
δάκρυα δάκρυατα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατο μαςγια να κλαίνεφυσάει
Ο άνεμος μπερδεύει τις φωνές τα χρόνια τα ηλεχτρικά καλώδιαμπερδεύει τα δόντια ενού καπνεργάτη με τις ξιφολόγχεςμπερδεύει τον υπουργό μ' ένα μαύρο σκυλίμπερδεύει τον μαστό αυτής της γυναίκας που θηλάζει με τον
           τρούλλο της γειτονικής εκκλησίας
φυσάει
Τα τζάμια των μεγαλουπόλεων είναι θολά βρωμισμένα απ' τα
           πεινασμένα χνώτα μας
καθώς θάβουμε τους νεκρούς έχουν το στόμα τους ανοιχτόοι νεκροί μαςπεινάνε
Ένα κοριτσάκι κάθεται στο κατώφλιέχει τυλίξει μ' ένα πανί, σαν κούκλα, το δεκανίκι του πατέρα τηςκαι το νανουρίζεινάνι νάνι
Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκ-
           καλιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοιτα παράθυρα είναι τυφλάφυσάει
Μια λεχώνα ουρλιάζει κάτω απ' τον παραμορφώμενο ουρανόο άντρας της γυρίζει τους δρόμους ζητιανεύοντας ένα κερίν' ανάψει δίπλα στο νηογέννητο
Οι χορταρομαζώχτρες γυρίζουν τα χωράφιαμαζεύοντας στην ποδιά τους σφαίρες σάπιες αρβύλες και κι-
           τρινισμένα γράμματα
ά γεννάτε γεννάτε μανάδεςκοιλοπονάτεουρλιάχτε απ' τους πόνους της γένναςσκίστε τα ρούχα σας και τυλίχτε μη σας κρυώσει το μωρόγεννάτε γεννάτεχρειάζεται κι' άλλους νεκρούς ο πόλεμοςφυσάει
Φυσάει μες απ' τους σκισμένους αγκώνες των χαμάληδωνφυσάει μες απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργωνφυσάειφυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού
Ο υπουργός χειρονομείπάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανότα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία
Μια γρηά σταυροκοπιέται : Κύριε των δυνάμεων- των Δυτικών βέβαια Δυνάμεων
Ένας οδοκαθαριστής τρέμει απ' το κρύοτα δόντια του χτυπάνεπαίζοντας ένα υπόκωφο οργισμένο τραγούδιέι αφεντικά...ποιός φώναξεκανείςφυσάει
Εργάτες απ' τη λαχαναγορά απ' τις πριονοκορδέλες απ' τα
           λιπάσματα
φορτοεκφορτωτές πλύστρες εργάτες απ' τα νταμάριατα τσούρμα απ' τα λιμάνια που κουβαλάνε τα σακιά του
           αλευριού
80 κιλά το καθέναγρηές που καθαρίζουν τα δημόσια αποχωρητήριαμε τα μάτια τους κόκκινα και πρισμένα απ' την αμμωνία
Ο άνεμος βουίζει στις παρόδους στις πλατείες στους σταθμούςβουίζουν οι στέγες τα σύρματα οι καμπάνεςβουίζουν τα χρόνια που έρχονται
Δυο εργάτες κουβεντιάζουν χαμηλόφωναδεν ακούς τι λένεβλέπεις μονάχα τα πλατειά τους χείλια να σαλεύουνε σαν χέριαέτοιμα να χτυπήσουν
Ένα γυαλιστερό αυτοκίνητο σταμάτησεκυλάνε δυο φαλακροί κύριοι και μια χοντροκώλα κυρίαη πατρίς απαιτεί θυσίας
Οι τράπεζες ξαπλωμένες στα φαρδειά παζοδρόμιασαν προϊστορικά ζώα που χωνεύουν τη λεία τους
Η γρηά κοιτάει τον άγνωστο στρατιώτη γυμνό μες
           στην παγωνιά
βγάζει το σάλι της και προχωράει να σκεπάσει αυτό το γυ-
           μνό παιδί που κρύωνει

Φάτσες τραχειές σαν κούτσουραφάτσες κοφτερές σαν τσεκούριαφάτσες κόκκινες χαλκοπράσινες σταχτιέςφάτσες βαθειές κι απέραντες σαν το βαθύ κι απέραντο ορίζονταχέρια που χτίζουνε τον κόσμο σε μιάν ώρακαι τον γκρεμίζουν σ' ένα δευτερόλεπτοφάτσες χοντροκομμένες πέτρινες σημαδιακές
Ένας καρβουνιάρης με τα μάτια στο μαύρο μούτρο τουσαν κόκκινα φανάρια κινδύνου μες τη νύχταμια μέραθα λογαριαστούμεποιός φώναξεκανείςφυσάειο πόλεμοςο πόλεμος- απόψε φωνάξαμε όλοι μαζί
Ο άνεμος παίρνει το σάλι της γρηάςτο σηκώνει ψηλάτο ξεδιπλώνεικαι το σάλι μεγαλώνει μεγαλώνεικαι σαν ένα τεράστιο μαύρο χταπόδιαδράχνει την πολιτεία
Ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπαπαρασέρνει τη σκόνη απ' τα πεδία των μαχώναυτή η σκόνη θάβει σιγά - σιγά την Ευρώπηφυσάει στα χωράφια στα λιμάνια στα ξέστραταπάνω στα τζάμια μας αντιφεγγίζουν οι μεγάλες πυρκαγιές της
           Ασίας
ένα σινιάλο ουρλιάζει μες τη νύχταS.O.SS.O.Sποιός κινδυνεύειφυσάει μες στα μεγάλα τούνελ που περνάν τα τραίνα γεμάτα
           φαντάρους και σκοτεινιά
που πάνεS.O.Sο κόσμος βουλιάζειφυσάει στους λόφους στα σταυροδρόμια στις εκκλησίεςοι γερμανίδες τραγουδάνε καθισμένες στα κατώφλια
                                           τρείς φίλοι κινάνε
                                           και πέρα τραβούν
                                           στο Ρήνο να πάνε...
πήγαιναν οι φίλοι όταν στο δρόμο ξαφνικάτους βρήκε ο πόλεμοςτώρα σαπίζουνε θαμένοι σ' έναν ξένο τόπο
                                            στο Ρήνο να πάνε
                                            κρασάκι να πιούν...
ο άνεμος μπερδεύει τις χειρονομίες τα γεγονότα τα αίματαμετατοπίζει τα σύνορα κουρελιάζει τους γεωγραφικούς χάρτεςαναποδογυρίζει το άγαλμα της Ελευθερίας και στη θέση του
           μπήγει έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό
παρασέρνει τα σύννεφα τα έθνη τις πυρκαγιέςφυσάειφυσάει παράξενα απόψε ο άνεμος αλλάζοντας το σχέδιο του
           κόσμου

Οι φαντάροι χτυπάνε τα πόδια τους να ζεσταθούνγλιστράει το χιονόνερο πάνω στα κράνημετά τον κύριο υπουργό ένας στρατηγός ανεβαίνει στο βήμαχάιλ Χίτλερώ με συγχωρείτεη ελευθερία της πατρίδος - ήθελα να πωτα γάντια χειροκροτούνκάτω απ' τα τριμμένα πανωφόρια των παιδιώνξεχωρίζεις τις μυτερές υποσιτισμένες ωμοπλάτες
Μια παρέα κορίτσια χαχανίζεικοιτώντας το ξεκούμπωτο βρακί ενός μεθυσμένου
Το κοριτσάκι όλο μουρμουράεινάνι νάνιμα το δεκανίκι δεν μπορεί να κοιμηθεί- θυμάται τον πόλεμοφυσάει
Φάτσες από κατράμι φάτσες από μπετόνχοντρά δυνατά σαγώνια γυμνασμένα απ' τις αμασίεςμάτια που κι απ' τις ξιφολόγχες κόβουν πιό καλάτα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμοεις τους αιώνας των αιώνων
Πιο σιγά λοιπόνπιο σιγάθα ξυπνήσετε τους νεκρούς -θα ξυπνήσουμεφυσάει στους καταφρονεμένους και τους γυμνούς
Κάποιος πέφτειποιός είναι ποιός είναιδυο αστυφύλακες τρέχουντίποτα τίποταένας άνεργοςλιγοθύμισεφυσάειμπορέι και να πέθανεαλληλούιατα σταυροδρόμια σαν μεγάλοι σταυροί ακουμπισμένοι στο
           χώμα
οι ξιφολόγχες γυαλίζουνπάντα ματαιότης τα ανθρώπιναρουφιάνοιοι μελανιασμένες φάτσεςο άνεμος τι θα γίνουμε φυσάειαλληλούια αλληλούια αλληλούια


Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή.Κι άρχισε ο ήλιος να κατεβαίνει μέσα στις φλόγες της δύσης.Κι ο ουρανός έγινε κόκκινος. Και το χώμα κόκκινο. Σαν αίμα.Και δεν ακουγόταν τίποτα σ' όλη τη γη.Και προβάλλοντας σιγά - σιγά πίσω απ' τα υψώματαμεγάλες σκοτεινές φάλαγγες φάνηκαν νάρχονται.Απ' τις πεδιάδες, απ' τα φαράγγια, απ' τις χαράδρες, απ' τα
            βουνά
απ' όλους τους δρόμους φάνηκαν νάρχονταιοι νεκροί του πολέμου. 
Ξετυλίγονταν σε μακριές μαύρες σειρές σα να πηγαίναν σε
           μάχη.
Και προχωρούσαν σέρνοντας τα βήματα τους και τρικλίζονταςτο κορμί τους έγερνε μπροστά σα νάχαν πολύ περπατήσεισα νάχαν κουραστεί να περιμένουν τόσο πολύΚαι προχωρούσαν κουτσαίνοντας και σαλεύαν αργά ως το βά-
           θος του κόσμου.

Και κάθε τόσο τρεμούλιαζε η γης, ύστερα έσκαγε κι άνοιγεένα μαυροπράσινο χέρι έβγαινε απ' το χώμα και τέντωνε τα
           σάπια δάχτυλα.
Οι νεκροί ανακλαδίζονταν και σηκώνονταν όρθιοιΚαι πατόυσαν πάνω στους άλλους νεκρούς και προχωρούσανκαι σερνόντουσαν κι αυτοί στο χώμα κι αρπάζονταν απ' τις
           χλαίνες των άλλων κι ανασηκώνονταν
και σμίγαν τις φάλαγγες και πλήθαιναν και προχωρούσανεκατομμύρια νεκροί.
Κι ανάβαν κόκκινοι οι ορίζοντες σα να καιγόταν ο κόσμος.
Ερχόντουσαν απ' τα χαρακώματα, απ' τις υπόγειες στοές,
           απ' τις τρύπες
ερχόντουσαν απ' τους ομαδικούς τάφους τους ανοιγμένους στις
           πεδιάδες
εκεί που τους είχαν σωριάσει γρήγορα - γρήγορα σα να φτυα-
           ρίζαν ένα σωρό κοπριά.
Ερχόντουσαν με τις κομματιασμένες, ματωμένες χλαίνες τους
           σκεπασμένες απο ένα παχύ στρώμα λάσπη
με τα μάτια τους γυάλινα, πελώρια ανοιγμένα, όπως μείναν
           την ώρα που τους κάρφωναν την ξιφολόγχη
με το στόμα συσπασμένο, σκισμένο απ' την τελευταία κραυγή.Ερχόντουσαν απ' τα σταχτιά, ερημωμένα πεδία της μάχηςμε τα πρόσωπα χωματένια, παραμορφωμένακαθώς την ώρα που έπεσαν, οι άλλοι τρέχοντας πατούσαν πά-
           νω τους και προχωρούσαν
κι όλη  τη μέρα, αρβύλες ρόδες άλογα, τους ποδοπατούσαν
           ανάμεσα στις κανονιές και τον καπνό.

Ερχόντουσαν ξεκοιλιασμένοι, σπαραγμένοι, σαπισμένοιανασαίνοντας δύσκολα με το κεφάλι ανεστραμένο και το στόμα,
           σαν μια πληγιασμένη τρύπα, ανοιχτό
Και προχωρούσαν αργά μέσα στο κόκκινο πελώριο ηλιοβα-
           σίλεμα.

Άλλοι κρατούσαν με τα χέρια τους τα χυμένα τους σπλάχναάλλοι βαστούσαν σαν ντουφέκια στους ώμους τούς ξεριζωμέ-
           νους σταυρούς
άλλοι με τα κομμάτια της οβίδας ακόμα καρφωμένα στα κόκ-
           καλά τους
κι άλλοι με γαντζωμένα πάνω τους τα συρματοπλέγματα, όπως
           τάχαν αγκαλιάσει την ώρα που τους θέριζε το πολυ-
           βολο.
           
Κι απ' τις βομβαρδισμένες πολιτείες γυναίκες ερχόντουσαν
           αναμαλλιασμένες
σφίγγοντας στο σαπισμένο βυζί τους τα κομματιασμένα βρέφη
           τους.
Και σκελετοί μαύροι καρβουνιασμένοι στα κρεματόριαμε χέρια καμμένα, στρεβλωμένα, σα ρίζες δέντρου, απ' την
           αγωνία.

Και προχωρούσαν βαρειά, γυαλίζοντας από έναν παχύ λιπαρό
           ιδρώτα
μ' ένα ηλίθιο γέλιο όπως γελάνε αυτοί που δεν περιμένουν
           πια τίποτα
όπως γελάνε εκείνοι που έχουν αποφασίσει κάτι τρομαχτικό.Και προχωρούσαν και συστρέφονταν κι ανεβοκατέβαινανκαι κουλουριάζονταν και πλήθαιναν και προχωρούσαντόπο, τόπο, κάντε τόπο στους νεκρούς.
Και κατέβαινε ο ήλιος μέσα στις φλόγες του δειλινού.


Που πάνε που πάνεσταματήστε τουςοι στρατηγοί χειρονομούνοι υπουργοί κι οι πόρνες τρέμουνσταματήστε τους
Τα ψηλά καπέλα πέφτουνοι γούνες ξαναγίνονται ζώα και τους δαγκώνουν το λαιμόο τεράστιος ίσκιος των νεκρών τους συνθλίβει τα κόκκαλακάτω απ' αυτόν τον ασήκωτο ίσκιο ζαρώνουν οι επίσημοισαν φυσαρμόνικες που κλείνουν
Στρατιώτες επιτεθήτεαξιωματικοί επιτεθήτεόλοι οι λόχοι όλα τα όπλαεπιτεθήτε

Οι μεγαλόσταυροι μπήγουν τα δόντια τους στα στήθεια των
           στρατηγών
τα μάτια τους τρομαγμένα  χύνονται στην άσφαλτο και σα-
           λεύουν σαν αράχνες
πως να σκοτώσουμε τους σκοτωμένους εξοχώτατοιχι - χι - χι

Οι φαντάροι είναι κίτρινοιτα όπλα στα χέρια τους αλλάζουν και γίνονται δεκανίκιαύστερα αλλάζουν και γίνονται κεριάύστερα αλλάζουνκαι δεν υπάρχουν μήτε όπλα μήτε στρατιώτες πια
Οι νεκροί
                  προχωράνε
                                           αμίλητοι
αναποδογυρίζουν τα καμιόνια αναποδογυρίζουν τα τάνκςπατάνε πάνω στις ξιφολόγχες και τις σάλπιγγες
Επιτεθήτεχι - χι - χι
Μια γυναίκα ουρλιάζει : γιέ μουκαι χύνεται στα πόδια ενός νεκρούένας νταμαρτζής φωνάζειμαζί τουςένας χτίστης : δολοφόνοιένας αχθοφόρος σηκώνει το χέρι τουκι η γροθιά του πελωρια κρέμεται πάνω απ' τα μέγαραβοήθειαμαζί τουςδολοφόνοιγιέ μου γιέ μου...
Και τότε ξανάρχισε ο άνεμος
Κι ολάκαιρο το πλήθος σάλεψε κι άρχισε να προχωράειένα δάσος από σηκωμένες γροθιέςένα απέραντο βουητόειρήνηειρήνη
Τα μεγάλα ρολόγια των πολιτειών τρίζουν καθώς σπρώχνουν
           τον χρόνο            
οι χτίστες κατεβαίνουν απ' τις σκαλωσιές και προχωράνεαυτοί που στρώνουνε τις δημοσιές βάζουν τις αξίνες στους
           ώμους τους και προχωράνε
ειρήνηειρήνη
Οι τοίχοι τα σπίτια οι πλατείες οι σταθμοίκοιτάζουν έκπληχτα αυτό το σκοτεινό πλήθοςπου κάνει τον κόσμο να τρέμεικαι να ξαναγεννιέταιέρχονται απ' τα ορυχεία απ' τα χαντάκια απ' τους υπονόμουςέρχονται απ'τα βάθη του χρόνου καβάλα στους οδοστρω-
           τήρες
ακούστεαγκομαχάνε οι ρόδες τους σαν την ανάσα της ιστορίας
Οι χωριάτες αρπάζουν τα δικράνια τους και προχωράνεο άνεμος βουίζει μες στα στάχια βελάζουν τα μοσκάρια στις
           αυλές
ξύλα κι αξίνες ανεμίζουν στον αέραοι  δρόμοι αυτά τα πελώρια λαρύγγια του κόσμουσφυροκοπάνε από κραυγέςερχόμαστεπαραμερίστεκατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει με-
           γαλώνει

Μια απέραντη θέρμη απο χιλιάδες χνώτατα κεριά λυώνουν μονομιάς στο βάθος των εκκλησιώντραντάζεται ο θόλος τ' ουρανού απ' τα μεγάλα καρδιοχτύπιαερχόμαστε από πολύ μακριάπηγαίνουμε πολύ μακριάβαδίσαμε μες στη λάσπη και το αίμαβαδίσαμε πάνω στα κόκκαλα των παιδιών μαςβαδίσαμε χιλιάδες χρόνια για νάρθουμεφάτσες σημαδεμένες απ' τα οξέα και τις μπαλνταδιές του μέλ-
           λοντος
χέρια που παίζουνε σαν παιχνιδάκια τις βαρειές και την τύχη
           του κόσμου
ειρήνη
Σφυρίζουν τα τραίναμια μεγάλη βουή απ' όλα τα σημεία του ορίζονταχιλιάδες χέρια αδράχνουν και χτυπάνε τις καμπάνεςοι κουλοχέρηδες αρπάζουν με τα δόντια τους και τραβάνε τα
           σκοινιά
οι γυναίκες αρπάζουν τα μωρά τους και τα σηκώνουν ψηλά
           σαν λάβαρα
ο άνεμος φυσάει τα μαλλιά τουςο άνεμος φυσάει και ξεδιπλώνει σαν σημαίες τα μαλλιά τουςθέλουμε να σπείρουμεθέλουμε να υφάνουμεθέλουμε να γεννήσουμεειρήνηειρήνη
Ο άνεμος σκίζει τα σύννεφακαι πάνω σ' αυτά τα κουρελιασμένα πλήθηπέφτει ξαφνικά ένας καταράχτης φωςείμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμίεμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμεείμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτακι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμοειρήνηειρήνηείμαστε οι προλετάριοι
Σαν μια αστράπη το αύριο αυλακώνει τις πρωτεύουσεςοι πολιτείες φαρδαίνουνε σπρωγμένες απ' τους αγκώνες του
           πλήθους
οι περαστικές σκιές πέφτουν τραχειές πάνω στα μέγαρα σαν
           αξίνες
αυτός ο θόρυβος είναι ο σφυγμός ενός πελώριου πυρετού- θάλεγες πως το ίδιο το μέλλον βαδίζει σήμερα
Οι τυφλοί πίσω απ' το σκοτάδι τους με τρεμέμενα ρουθούνιαμυρίζονται αυτόν τον ήλιο που πάει ν' ανατείλειείμαστε εμείς που γκρεμιζόμαστε απ' τις σκαλωσιέςεμείς που μας θάβουν οι στοές των ορυχείωνεμείς που πέφτουμε ουρλιάζοντας μες τα λυωμένα μέταλλαειρήνηειρήνηο άνεμος που σας παρασέρνει απόψεέρχεται απ' τα χνώτα μας και τα φυσερά μας
Χιλιάδες άνθρωποι προχωράνεβλοσυροίχοντροκομμένοιβρώμικοιμην πιστεύοντας στο Θεόκουβαλώντας σαν ένα καινούργιο πελώριο Θεότη δύναμη τουςείμαστε εμείς που κλαίμε σ' όλες τις γωνιές του κόσμουεμείς που βλαστημάμε όλα τα ιερά του κόσμουείμαστε εμείς που τραγουδάμε σ' όλες τις γλώσσες του
           κόσμου
ειρήνηειρήνη
Προχωράνε απ' όλα τα σημεία της γηςμε τις χοντρές πατούσες τους γκρεμίζοντας τα σύνοραμε τα σκληρά ροζασμένα χέρια τους σχεδιάζοντας πάνω στο
           κόκκινον ορίζοντα
τις φαρδειές χειρονομίες ενός καινούργιου πεπρωμένου
Και πίσω έρχεται ο άνεμοςπίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμοςπίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζονταςειρήνηειρήνη

ε  ι  ρ  ή  ν  η



CONVERSATION

1 σχόλια:

  1. Τάσος Λειβαδίτης: Το μεγάλο αγκωνάρι

    Ο Στάλιν δεν πέθανε

    Οταν οι εργάτες χτίζουν τις μεγάλες γέφυρες για να περάσει το μέλλον

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν οι κόκκινοι φαντάροι αγρυπνάνε για την πατρίδα τους και την Ειρήνη

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν μισούμε τον πόλεμο, όταν αντιστεκόμαστε στον πόλεμο

    Ο Στάλιν ζει.

    Οταν ελπίζουμε, όταν τραγουδάμε, όταν παλεύουμε

    Ο Στάλιν ζει.

    (...)

    Γιατί ο Στάλιν δεν είναι ένας άνθρωπος για να μπορεί να πεθάνει

    Ο Στάλιν είναι η ελπίδα και το ψωμί, είναι τ' ατσάλι και η Ειρήνη.

    Ο Στάλιν είναι ποτάμι και φράγμα, υψικάμινος και σημαία.

    Ο Στάλιν είναι το μεγάλο αγκωνάρι που ακουμπάει ο κόσμος.

    (...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή